Τον τελευταίο καιρό γίνεται έντονη συζήτηση στις ομάδες του Δήμου μας σχετικά με τη στήριξη των τοπικών επιχειρήσεων. Ένα θέμα που αγγίζει όλους μας – γιατί αφορά την καθημερινότητά μας, το πορτοφόλι μας, αλλά και το μέλλον της τοπικής κοινωνίας.
Από τη μία πλευρά, πολλοί συμπολίτες επισημαίνουν – και όχι άδικα – ότι αρκετά προϊόντα στα μικρά καταστήματα κοστίζουν αισθητά περισσότερο σε σχέση με τα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διαφορά τιμής είναι μεγάλη, ακόμα και διπλάσια. Σε μια περίοδο που το κόστος ζωής πιέζει τα νοικοκυριά, η επιλογή της χαμηλότερης τιμής δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Είναι θέμα επιβίωσης.
Από την άλλη πλευρά, οι τοπικές επιχειρήσεις δεν είναι απλώς «μαγαζιά». Είναι άνθρωποι της γειτονιάς μας. Είναι οικογένειες που ζουν και επενδύουν στον τόπο. Τα χρήματα που αφήνονται σε μια μικρή επιχείρηση μένουν, σε μεγάλο βαθμό, στην τοπική οικονομία. Στηρίζουν θέσεις εργασίας, επαγγελματίες, τεχνίτες, νέους ανθρώπους που προσπαθούν.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Τα μεγάλα καταστήματα έχουν τη δύναμη των μαζικών αγορών και πετυχαίνουν χαμηλότερες τιμές. Οι μικροί επαγγελματίες δεν έχουν την ίδια διαπραγματευτική ισχύ. Έχουν όμως προσωπική σχέση, ευελιξία, ποιότητα εξυπηρέτησης και πολλές φορές καλύτερη γνώση των αναγκών του πελάτη.
Ίσως λοιπόν το δίλημμα δεν είναι «ή το ένα ή το άλλο».
Ίσως η πιο ρεαλιστική στάση είναι η ισορροπία. Να αξιοποιούμε τις χαμηλές τιμές όταν πραγματικά τις χρειαζόμαστε, αλλά να μην ξεχνάμε ότι χωρίς τις μικρές επιχειρήσεις οι γειτονιές μας θα ερημώσουν. Ένα χωριό ή μια πόλη χωρίς μικρά μαγαζιά χάνει την ταυτότητά της.
Η στήριξη της τοπικής αγοράς δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική ούτε επιβαλλόμενη. Πρέπει να είναι συνειδητή. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται και από την πλευρά των επαγγελματιών προσπάθεια για ανταγωνιστικές τιμές, διαφάνεια και ποιότητα.
Γιατί τελικά, όλοι ζούμε στον ίδιο τόπο – και η οικονομία του τόπου είναι υπόθεση όλων μας.