Οι απευθείας αναθέσεις στο επίκεντρο της συζήτησης
Οι απευθείας αναθέσεις σε δήμους, περιφέρειες και γενικότερα στο Δημόσιο συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζητήματα της δημόσιας διοίκησης. Αν και πρόκειται για μια νόμιμη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία για συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση της αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η διαβούλευση για τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης, ενώ παράλληλα ενισχύονται οι έλεγχοι και οι απαιτήσεις διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις.
Τι είναι η απευθείας ανάθεση
Η απευθείας ανάθεση επιτρέπει σε έναν δημόσιο φορέα να αναθέτει την παροχή υπηρεσιών ή την προμήθεια αγαθών χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό, επιλέγοντας απευθείας τον ανάδοχο.
Μέχρι το 2021 το σχετικό όριο ανερχόταν στις 20.000 ευρώ. Με τον Ν.4782/2021 το όριο αυξήθηκε στις 30.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ενώ σε ορισμένες κοινωνικές και ειδικές υπηρεσίες μπορεί να φτάσει έως και τις 60.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ.
Υποστηρικτές της διαδικασίας επισημαίνουν ότι προσφέρει ταχύτητα και ευελιξία, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επειγουσών αναγκών. Από την άλλη πλευρά, επικριτές υποστηρίζουν ότι η υπερβολική χρήση της περιορίζει τον ανταγωνισμό και δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια.
Τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία
Τα δεδομένα του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ) παρουσιάζουν μια εικόνα που προκαλεί συζήτηση.
Το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025 υπογράφηκαν 209.702 δημόσιες συμβάσεις συνολικής αξίας περίπου 13 δισ. ευρώ. Από αυτές, οι 161.069 πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση.
Το πρώτο εξάμηνο του 2024 υπογράφηκαν 108.776 συμβάσεις, εκ των οποίων οι 80.835 ήταν απευθείας αναθέσεις. Με άλλα λόγια, περίπου τρεις στις τέσσερις συμβάσεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς διαγωνιστική διαδικασία.
Το 2023 οι απευθείας αναθέσεις έφτασαν τις 184.757 σε σύνολο 252.799 συμβάσεων, ποσοστό περίπου 73%.
Από το 2020 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2025 υπογράφηκαν συνολικά 1.374.580 δημόσιες συμβάσεις. Από αυτές, οι 993.089 ήταν απευθείας αναθέσεις, συνολικής αξίας περίπου 12,7 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Οι Δήμοι στο μικροσκόπιο
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης συγκαταλέγονται στους φορείς που χρησιμοποιούν συχνότερα τις απευθείας αναθέσεις.
Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε αυξημένο ενδιαφέρον από ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά και σε πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης δημοτικών και περιφερειακών πόρων.
Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές δίνουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα στην αποφυγή της κατάτμησης συμβάσεων, δηλαδή της διάσπασης ενός έργου ή μιας προμήθειας σε μικρότερα τμήματα ώστε να αποφεύγεται η διαδικασία του διαγωνισμού.
Τα μεγάλα ερωτήματα
Τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται τα τελευταία χρόνια γεννούν μια σειρά από ερωτήματα τα οποία απασχολούν τόσο την αυτοδιοίκηση όσο και τους πολίτες.
Εάν οι απευθείας αναθέσεις αποτελούν μια εξαιρετική διαδικασία, γιατί αντιπροσωπεύουν τόσο μεγάλο ποσοστό των συνολικών συμβάσεων;
Γιατί η αύξηση του ανώτατου ορίου από 20.000 σε 30.000 ευρώ συνοδεύτηκε από περαιτέρω αύξηση του αριθμού των απευθείας αναθέσεων;
Υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός όταν σημαντικό μέρος των δημοσίων συμβάσεων δεν περνά μέσα από ανοικτές διαγωνιστικές διαδικασίες;
Πόσο συχνό είναι το φαινόμενο της κατάτμησης συμβάσεων και πόσο αποτελεσματικοί είναι οι έλεγχοι για την αποτροπή του;
Διασφαλίζεται πάντοτε η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των χρημάτων των φορολογουμένων;
Νέοι έλεγχοι και μεγαλύτερη διαφάνεια
Η Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων έχει ήδη εκδώσει εγκυκλίους που ζητούν αυστηρότερη αιτιολόγηση των απευθείας αναθέσεων και μεγαλύτερη τεκμηρίωση των σχετικών αποφάσεων.
Στόχος είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, η αποφυγή καταχρηστικών πρακτικών και η καλύτερη παρακολούθηση των δημοσίων δαπανών.
Παράλληλα, οι αλλαγές που συζητούνται στο πλαίσιο του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι δήμοι και οι περιφέρειες διαχειρίζονται τις συμβάσεις τους τα επόμενα χρόνια
Οι απευθείας αναθέσεις παραμένουν ένα νόμιμο εργαλείο για τη λειτουργία του Δημοσίου και της Αυτοδιοίκησης. Ωστόσο, η συνεχής αύξηση του αριθμού τους, τα δισεκατομμύρια ευρώ που διακινούνται μέσω αυτής της διαδικασίας και τα ερωτήματα που προκύπτουν γύρω από τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό, διατηρούν το θέμα ψηλά στην πολιτική και κοινωνική ατζέντα.
Το αν οι νέες ρυθμίσεις και οι αυστηρότεροι έλεγχοι θα αλλάξουν την εικόνα των επόμενων ετών, είναι κάτι που μένει να φανεί στην πράξη.